38οι Δελφικοί Ποιητικοί Αγώνες της Π.Ε.Λ.

38οι Δελφικοί Ποιητικοί Αγώνες της Π.Ε.Λ.

 Δρ. Σίμος Ανδρονίδης.

Πρόεδρος της κριτικής επιτροπής

Εισήγηση

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τα μέλη της κριτικής επιτροπής των Πανελλήνιων Δελφικών αγώνων Ποίησης, τα μέλη της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, την πρόεδρο Κυρία Αγγελική Ψακή-Κωβαίου.  Ως πρόεδρος της κριτικής επιτροπής έχω την υποχρέωση να εκφωνήσω έναν σύντομο λόγο ενώπιον των διαγωνιζόμενων ποιητών. Στρέφομαι προς εσάς και σας λέω πως όλοι είστε άξιοι, διότι δημιουργείτε ποίηση, ανεξαρτήτως του ποιος θα κερδίσει το πρώτο βραβείο. 

 Θα μπορούσα κάλλιστα και εγώ από αυτόν εδώ τον τόπο του Απόλλωνα  που μας διδάσκει την ισορροπία και την λιτότητα,  να θέσω το εξής ερώτημα  που πρωτοδιατύπωσε σε μία άλλη και εξόχως διαφορετική εποχή ο Γερμανός ποιητής Φρίντριχ Χέλντερλιν: ‘Τι χρειάζεται η ποίηση σε δυστοπικούς καιρούς’;  

Δεν προτίθεμαι όμως να πράξω κάτι τέτοιο, αφενός μεν διότι συνηθίζεται αρκετές φορές σε τέτοιου τύπου ομιλίες ή εισηγήσεις να τίθεται το ερώτημα αυτό κατάλληλα προσαρμοσμένο, και αφετέρου δε, διότι έμμεσα, υπόρρητα ίσως, προσδίδει στην ποίηση θέση ‘απάντησης’ όποια και αν είναι η ερώτηση. 

Όποιος και αν την απευθύνει σε εμάς. Εμείς όμως γνωρίζουμε πολύ καλά πως η ποίηση και δη η καλή ποίηση, μπορεί να αποτελέσει ‘εργαλείο’ που εν προκειμένω συμβάλλει στην θέσπιση των κατάλληλων ερωτημάτων για ότι μας περιβάλλει, για ότι μας προβληματίζει, για ότι μας αγγίζει συναισθηματικά, γιατί ότι μας αγχώνει. 

Στρέφοντας το βλέμμα στον προσφιλή μου φιλόσοφο Εμμανουέλ Λεβινάς, θα σημειώσω πως μέσω της ποίησης ή του ποιητικού λόγου, μπορούμε να μειώσουμε την απόσταση ανάμεσα στον «Άλλο ως θέμα μου και τον Άλλο ως συνομιλητή μου» (Πελισσόν, 2022, σελ. 91), να προσεγγίσουμε τον κόσμο του ‘Άλλου’ όχι ως ‘λαθρεπιβάτες’ αλλά με αυτή την τόσο χαρακτηριστική ικανότητα της ποίησης να παράγει νόημα (άλλος ‘φορτισμένος’ όρος αυτός) να παράγει νόημα εκεί όπου δεν υπάρχουν οι δυνατότητες για κάτι τέτοιο, και, τελευταίο άλλο όχι έσχατο, να διαρρήξουμε το ‘καθεστώς της σιωπής’. Ειδικά εάν αυτή είναι το ‘προϊόν’ κάποιας συστολής. 

Με αυτό το τελευταίο, δεν εννοώ πως ο ποιητικός λόγος που διαδραματίζει ρόλο στην διάρρηξη της σιωπής, αυτομάτως ή μεταφυσικώ τω τρόπω, εμπίπτει στην κατηγορία της μακρυγορίας και ακόμη περισσότερο, της ‘λογοδιάρροιας.’ Εννοώ κατά κύριο λόγο πως η ποίηση συντελεί στο να αποκτήσει το άτομο, το υποκείμενο, για να προσεγγίσουμε και την κοινωνιολογία, το δικό του ‘μερτικό’ από τον ‘κόσμο των λέξεων’. 

Ας δώσουμε  τον λόγο στον ποιητή Θανάση Χατζόπουλο, ο οποίος ομνύει διαρκώς στην αυτοτελή αξία της ποίησης: «Σημασία έχει το ποίημα, όχι ο ποιητής. Σημασία έχει ο κόσμος, όχι ο Θεός. Σημασία έχει η ποίηση, όχι το ποίημα. Σημασία έχει η δημιουργία, όχι ο κόσμος». Και ο ποιητής; Που μπορεί να βρίσκεται ο ποιητής; Σπεύδω λοιπόν να συμπληρώσω τον Θανάση Χατζόπουλο: ‘Σημασία έχει και ο ποιητής.’ 

Ακριβώς διότι καθίσταται αυτός που θα διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για την επίτευξη του ποιητικώς ‘πράττειν’ και, σε ένα δεύτερο επίπεδο, του ποιητικώς ‘ζειν’. Πάρτε ως παράδειγμα τον Ιάπωνα ποιητή Ματσούο Μπασό και ένα συγκεκριμένο χαϊκού του. Γράφει: «Όλα σωπαίνουν: η φωνή του τζίτζικα σχίζει τον βράχο». 

Δεν έχουμε να κάνουμε μόνο  με την νοηματοδότηση της σιωπής, με την συμπύκνωση πολλών εικόνων σε μία, σε μία μοναδική εικόνα, αλλά, και με ότι λίγο πιο πάνω ονομάσαμε ‘ποιητικώς ζειν.’ Ο Μπασό ‘ζει’ με το ποίημα, για το ποίημα, και πέραν του ποιήματος, εκεί όπου η «φωνή του τζίτζικα» επέχει θέση ‘κρακ’: Εκείνου του ακόμη και χαμηλόφωνου ‘κρακ’ που συντελείται μέσα σου και μπορεί να σε αλλάξει.

 Άρα, η καθαυτό παιδευτική αξία του ποιήματος εδώ συναιρείται με την μεταμορφωτική. Αυτό ακριβώς συμβουλεύω και εσάς, όλους εσάς του ποιητές που έχετε έρθει σε αυτό το ιστορικό μέρος για να διαγωνιστείτε. 

Όπως ο Μπασό, μετατρέψτε την ποίηση στην οποία επενδύετε πολλά, σε ‘εργαλείο’ επίτευξης του ποιητικώς ‘ζειν’, ήτοι σε ‘εργαλείο’ εύρεσης χαράς και αισθητικής απόλαυσης. Και από που μπορείτε να αντλήσετε αισθητική απόλαυση; Από τα πολλά μικρά και καθημερινά πράγματα,  τετριμμένα, κοινότοπα, από την χρήση μίας λέξης που είναι παρμένη από κάποιο ποίημα. 

Από την υπέρβαση της αφόρητης κοινοτοπίας που παράγοντας πλήξη, ανάγεται στο ύψος του μεγαλύτερου ‘αντιπάλου’ της ποίησης. Από την ‘μαθητεία’ στην λιτότητα, γλωσσική και εκφραστική. 

Από την υπέρβαση της εχθροπάθειας και των ‘βολικών αφηγήσεων, μικρών και μεγάλων που ‘χωρούν παντού’ και αφθονούν στην εποχή μας.  Από την ίδια την προσέγγιση της  «Αυθεντικότητας», σύμφωνα με την διατύπωση του Χαϊντέγγερ. 

 Έχω φθάσει στο σημείο να σας δώσω, πολύ προσεκτικά, έναν ορισμό της ποίησης, παραφράζοντας όσο χρειάζεται τον Εμμανουέλ Λεβινάς. «Η Ποίηση είναι ο χρωματισμός αυτού που κατανοεί τον εαυτό του ως θνητό». Βρισκόμαστε στους Δελφούς, σε έναν τόπο που έχει ονομαστεί ως ο ‘ομφαλός της γης’ και που εμπνέει κάποιον να γράψει ποίηση, ασκώντας μία παράξενη έως μυστηριακή έλξη.    Από εδώ λοιπόν, στρέφομαι εκ νέου σε εσάς, τους διαγωνιζόμενους νέους ποιητές, λέγοντας σας, σε κάθε έναν ξεχωριστά, «Τόλμα την ποίηση», κατά τον Ζακ Ντερριντά. Ανεξαρτήτως του αν βραβευτήκατε σε κάποιον διαγωνισμό ή όχι. 

 ‘Τόλμα’ να βρεις το δικό σου διακριτό ύφος, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι μπορεί να ‘μιμηθείς’ κάποιον άλλον γνωστό και φτασμένο ποιητή, σε ένα αρχικό στάδιο. Η μίμηση δεν είναι κάτι εκ προοιμίου αρνητικό, κάτι που δεν απαντάται στο ‘σύμπαν’ της γραφής, εφόσον μπορεί να συνδράμει στο να καταστεί ο ποιητής δημιουργικός. Αρνητικό στοιχείο είναι η αντιγραφή. 

Τόλμα να ‘πειραματίζεσαι’ εναλλάσσοντας ‘στυλ’ μέχρι να βρεις αυτό που σου ταιριάζει. Και πολλά από τα ποιήματα που διαβάσαμε, φέρουν το στοιχείο του πειραματισμού. 

 Τόλμα να ακούς: Το ‘ακούειν’, που μπορεί να λειτουργήσει ως ένα στάδιο πριν από το ‘γράφειν,’ καλλιεργεί το έδαφος για την συγγραφή καλής ποίησης.

 Τόλμα να ισορροπείς μεταξύ σαφήνειας και υπαινικτικότητας.  Τόλμα να εκτεθείς στη βάσανο της ερώτησης, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι απαιτείται η διόρθωση και η αλλαγή. Τόλμα να αλληλεπιδράς εκθέτοντας τον βαθύτερο εαυτό σου στον ‘Άλλο.’ Τόλμα να αποκλίνεις από την Αλήθεια∙ Η ποίηση δεν είναι πολιτικό καθεστώς για να λέγει και για να επιβάλλει αλήθειες. Τόλμα να ισορροπήσεις μεταξύ βιώματος και παρατήρησης.

 Τόλμα να προσλαμβάνεις ένα ποιητικό έργο διαφορετικό από ότι κάποιος άλλος. Τόλμα να είσαι γενναιόδωρος και να προσφέρεις λέξεις εκεί όπου οι άλλοι προσφέρουν την αγκαλιά τους. Τόλμα να μετέρχεσαι την ειρωνεία διακριτικά, σαν ένα παιδί που ζητά διακριτικά να φάει αυτό που θέλει.

 Και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, τόλμα να απολαύσεις την γλώσσα,  όπως είπαμε και πιο πάνω, ξεχνώντας οτιδήποτε άλλο.  Να άρεις σταθμίσεις και σταθερές, προκειμένου να απολαύσεις ένα ποιητικό κείμενο ‘ως έχει’, από την αρχή έως το τέλος. 

Η αρχική λέξη μπορεί να διαγραφεί όχι όμως και η ιδέα που αποτέλεσε το έναυσμα για την δημιουργία του ποιήματος. Πιάνω πάλι το νήμα από το λεκτικό ‘ίχνος’ που άφησα πιο πάνω. Και τι σημαίνει αυτό; Απλά Derrida. 

«Να δημιουργείς ένα έργο, σημαίνει να δίνεις ένα νέο σώμα στη γλώσσα» επισημαίνει χαρακτηριστικά. Κάτι που κατάφεραν (είναι τελείως ενδεικτικά τα παραδείγματα), o Γιάννης Ρίτσος με το ‘Τερατώδες Αριστούργημα,’ ο Οδυσσέας Ελύτης με την συλλογή ‘Έξι και μια τύψεις για τον ουρανό,’ ο Κωνσταντίνος Καβάφης του οποίου το ποιητικό έργο εν συνόλω συγκροτεί μία ηθική θεωρία, ο Αμερικανός ποιητής Έζρα Πάουντ με το ‘Χιου Σέλγουιν Μώμπερλι,’ η Μαρία Λαϊνά των ‘Σημείων Στίξεως,’ η βαθιά υπαινικτική Δημουλά,  ο Διονύσιος Σολωμός με τον ‘Λάμπρο.’ Είναι τόσα πολλά τα παραδείγματα, που εκ των πραγμάτων αφήνουμε απ’ έξω πολλά. 

Η ποίηση μπορεί και ενεργοποιεί πλήθος συναισθηματικών αντιδράσεων, ακόμη και κατά την διάρκεια της ανάγνωσης ενός ποιήματος, συνδράμει στο να μπορείς να  ονομάζεις το ‘πολύπλοκο’ πολύπλοκο και το ‘λιτό’ λιτό, να αφηγηθεί μία ιστορία ‘αλλιώς’ (ο ποιητής Γιώργος Δελιόπουλος θα μπορούσε να μας πει πολλά επ’ αυτού), να αναγνωρίζεις την ομορφιά, όποια μορφή και αν έχει. Την σημερινή εποχή, την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης όπως επισήμανε στη χθεσινή του τοποθέτηση ο Βασίλης Φλώρος, οι ποιητές είναι τόσοι πολλοί, όσο πολλά είναι και τα διάφορα ποιητικά είδη. 

Οι ποιητές όμως που εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, οι ποιητές που εκτίθενται πλέον στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως είναι το Facebook το οποίο έχει καταστεί ‘χώρος’ παραγωγής ποίησης, συναγωνιζόμενος το κλασικό χαρτί, μοιράζονται ένα κοινό στοιχείο. Και ποιο είναι αυτό; 

Το ότι είναι ή γίνονται στην πορεία, «υπόλογοι», όπως θα μας έλεγε ο γερό Λεβινάς. Σε ποιον είναι υπόλογοι; Αφήνω την απάντηση σε εσάς. Με αυτόν τον τρόπο δεν σας καλώ να απαντήσετε σε κάποιο πολύ δύσκολο αίνιγμα ως άλλοι Οιδίποδες. Αντιθέτως, σπεύδω να σας προσφέρω μία ‘πυξίδα’ για όσο το δυνατόν ασφαλέστερη περιήγηση στον ‘ωκεανό’ της ποίησης. 

Κατά πόσον η ποίηση είναι συμβατή με την προτροπή του Δανού υπαρξιστή φιλοσόφου Σόρεν Κίρκεγκωρ ‘Να επιλέγεις;’ Είναι συμβατή, εάν λάβουμε υπόψιν το ότι η ποίηση μπορεί να μας ‘αγκυρώσει’ στην πραγματικότητα. Και το όνειρο; Το όνειρο υπερβαίνει την ποίηση. Η ποίηση όμως του προσδίδει σχήμα ή αλλιώς, μορφή. Τι μένει από όλα αυτά που σας είπα; Η αίσθηση της επιστροφής. Πάντα, κάποιοι, κάπου, κάποτε, θα ‘επιστρέφουν’ στην ‘φιλόξενη’ ποίηση για να υπερβούν τον φόβο, στοιχείο στο οποίο ομνύει ο ποιητικός λόγος της Αρετής Γκανίδου. Ας είναι ο ποιητής ο αφηγητής των πολλών προσώπων που έχει η εποχή μας, για να παραφράσω τον Θανάση Ζήση. 

  Και επιτρέψτε μου να κλείσω με ένα ποίημα που στριφογυρίζει στο μυαλό μου τις τελευταίες ημέρες. 

Είναι το ποίημα ‘Για μιαν Ελένη’ του Ηλία Λιατσόπουλου: «Τη θλίψη εκσφενδόνισε από το πρόσωπο η Ελένη των ποιητών συνδράμει ολοσχερώς τις νέες ανοίξεις τα στήθη της ορύγματα στον κόσμο παύση/επιστροφή τα στήθη της ορύγματα στο χρόνο».